Αναλυτικά, η διάταξη ορίζει ότι αυξήσεις στις κύριες συντάξεις μπορούν να δοθούν από την 1η Ιανουαρίου του 2023 και μετά, με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Μάλιστα, στην έκθεσή του το Ελεγκτικό Συνέδριο χαρακτηρίζει ανεπαρκή την αιτιολόγηση μιας ακόμη παρέμβασης στο ύψος των συντάξεων, αναφέρει πως η δεύτερη μετάθεση του «παγώματος» καταδεικνύει την αστοχία της προηγούμενης ρύθμισης και επισημαίνει πως η έναρξη της διάταξης σε χρονικό σημείο πέραν της 5ετίας καθιστά αδύνατη τη διατύπωση ασφαλούς εκτίμησης ως προς τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας αλλά και την οικονομική δυνατότητα της επιβαρυνόμενης κατηγορίας συνταξιούχων.
Με την αιτιολογική έκθεση της συγκεκριμένης διάταξης, πάντως, επιχειρείται να ικανοποιηθεί άλλο ένα προαπαιτούμενο, αυτό της νομοθετικής τεκμηρίωσης της συνταγματικότητας των νέων μειώσεων στις συντάξεις.
Η δεύτερη τροπολογία αφορά τα εργασιακά και περιλαμβάνει τη ρητή πρόβλεψη ότι έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής –αντί για όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής– οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας θα υπερισχύουν σε περίπτωση συρροής με κλαδικές συλλογικές συμβάσεις. Παράλληλα, επαναλαμβάνει την αναστολή της δυνατότητας επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων σε ολόκληρο τον κλάδο, επίσης έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής. Μάλιστα, προκαλεί εντύπωση ότι, αν και υπάρχουν αλλαγές στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας, διατηρείται η πρόβλεψη ότι η αναστολή των αρχών της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης θα ισχύει έως την 20ή Αυγούστου 2018, υπό την προϋπόθεση επιτυχούς ολοκλήρωσης του προγράμματος.
Πηγή:Καθημερινή

Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.