Στην Ελλάδα του 2025, η οικονομική πίεση έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο, αναγκάζοντας τους πολίτες να προχωρήσουν σε δραματικές περικοπές στις καθημερινές τους δαπάνες. Τα στοιχεία από την εφαρμογή διαχείρισης χρημάτων Plum για τον Ιούνιο του 2024 αποκαλύπτουν μια ζοφερή εικόνα: οι Έλληνες μειώνουν δραστικά τις δαπάνες τους στην εστίαση, την προσωπική φροντίδα και άλλες κατηγορίες, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιβίωσης. Αυτή η συρρίκνωση της κατανάλωσης βυθίζει την εστίαση σε βαθιά κρίση και αναδεικνύει μια κοινωνία που αναθεωρεί ακόμα και τα απολύτως απαραίτητα.
Τα δεδομένα της Plum είναι αποκαλυπτικά και ανησυχητικά. Τον Ιούνιο, η μέση δαπάνη ανά χρήστη κατέρρευσε σε βασικές κατηγορίες, σηματοδοτώντας μια ευρεία υποχώρηση των νοικοκυριών απέναντι στην οικονομική καταιγίδα:
Εστίαση: Υπέστη το βαρύτερο πλήγμα, με τις δαπάνες να μειώνονται κατά 50% σε σχέση με τον Μάιο, συνεχίζοντας μια πτωτική πορεία πέντε συνεχόμενων μηνών.
Προσωπική Φροντίδα & Γυμναστική: Αντίστοιχη μείωση 50%.
Ένδυση & Αξεσουάρ: Υποχώρηση κατά 45%.
Λογαριασμοί: Μείωση 41%.
Μεταφορές: Μείωση 23%.
Σούπερ Μάρκετ: Ακόμα και σε αυτή την βασική κατηγορία, καταγράφηκε πτώση 4%.
Όπως περιγράφει η Μαίριλυ Μητροπούλου, Marketing Manager Ελλάδας της Plum, «η έξοδος για φαγητό, που κάποτε ήταν πηγή χαράς, έχει γίνει η πρώτη πολυτέλεια που εγκαταλείπεται». Οι Έλληνες αντικαθιστούν τα εστιατόρια με σπιτικά γεύματα, τα ταξί με περπάτημα και τις συνδρομές με αποταμίευση, σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν. Αυτή η εικόνα δεν είναι απλώς μια εποχική προσαρμογή, αλλά μια κραυγή αγωνίας από νοικοκυριά που παλεύουν να ισορροπήσουν.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η μείωση των δαπανών δεν περιορίζεται στις προαιρετικές κατηγορίες. Το γεγονός ότι πλήττονται ακόμα και βασικές ανάγκες, όπως τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ και οι λογαριασμοί, υποδηλώνει μια βαθύτερη και δομική κρίση. Οι Έλληνες, αντιμέτωποι με την παρατεταμένη πίεση του πληθωρισμού και την αβεβαιότητα για το μέλλον, υιοθετούν μια νέα, εξαιρετικά συντηρητική νοοτροπία.
«Οι χρήστες μας απομακρύνονται από την ασυνείδητη κατανάλωση», σημειώνει η κ. Μητροπούλου. «Σκέφτονται πιο προσεκτικά τι έχει αξία, αντανακλώντας όχι μόνο την οικονομική δυσπραγία, αλλά και μια αυξανόμενη επίγνωση της ανάγκης για επιβίωση».
Η εστίαση, που κάποτε αποτελούσε τον πυρήνα της ελληνικής κοινωνικής ζωής και διασκέδασης, έχει μετατραπεί στον πρώτο στόχο των περικοπών. Εστιατόρια, καφετέριες και χώροι διασκέδασης βλέπουν τη δραστηριότητά τους να συρρικνώνεται δραματικά. Οι καταναλωτές στρέφονται σε σπιτικές λύσεις για να εξοικονομήσουν χρήματα, είτε για τις διακοπές είτε, συχνότερα, απλώς για να καλύψουν τα βασικά έξοδα. Η διασκέδαση (-14%) και η προσωπική φροντίδα (-50%) ακολουθούν την ίδια μοίρα, με τους Έλληνες να εγκαταλείπουν οτιδήποτε δεν κρίνεται απολύτως απαραίτητο.
Η έκθεση "Money Unwrapped" της Plum, βασισμένη σε πραγματικές συναλλαγές, αποτυπώνει ανάγλυφα μια κοινωνία που ζει σε καθεστώς οικονομικής ασφυξίας. Παρά την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η σταθερή υποχώρηση της κατανάλωσης υποδηλώνει ότι οι Έλληνες δεν εμπιστεύονται ακόμα την οικονομική σταθερότητα.
Η στροφή σε πιο συνειδητές καταναλωτικές συνήθειες μπορεί να αποτελεί ένδειξη οικονομικής ωριμότητας, αλλά κρύβει και έναν βαθύ φόβο για το αύριο. Η εστίαση, ως ο πρώτος κλάδος που πλήττεται τόσο σκληρά, λειτουργεί ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που παλεύει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της. Το ερώτημα που πλανάται είναι σπαρακτικό: πώς θα συνεχίσουν οι Έλληνες να ζουν, όταν ακόμα και οι μικρές καθημερινές χαρές μετατρέπονται σε άπιαστη πολυτέλεια;
Ενώ η κοινή απαίτηση για μείωση της φορολογίας των ενοικίων γίνεται όλο και πιο ηχηρή – με στόχο το άνοιγμα χιλιάδων κλειστών κατοικιών και την αναχαίτιση της ιλιγγιώδους ανόδου των τιμών στην αγορά ακινήτων – ένα παράδοξο σκηνικό διαγράφεται: πολλοί ιδιοκτήτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια έμμεση φορολογική επιβάρυνση της τάξης του +5%. Πώς συμβαίνει αυτό, και ποιες είναι οι επιπτώσεις;
Η ζήτηση για ακίνητα προς ενοικίαση έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, εν πολλοίς λόγω της αυξημένης τουριστικής ροής και της επέκτασης πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ταυτόχρονα, χιλιάδες ακίνητα παραμένουν κλειστά, είτε λόγω γραφειοκρατικών εμποδίων, είτε λόγω της δυσκολίας εξεύρεσης αξιόπιστων ενοικιαστών, είτε ακόμη και λόγω του υφιστάμενου φορολογικού πλαισίου που, για πολλούς, δεν καθιστά συμφέρουσα την ενοικίαση. Η μείωση των φόρων στα ενοίκια θα μπορούσε θεωρητικά να λειτουργήσει ως κίνητρο για την επανένταξη αυτών των ακινήτων στην αγορά, αυξάνοντας την προσφορά και, κατ' επέκταση, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω.
Ωστόσο, η πραγματικότητα φαίνεται να κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ δεν έχει ανακοινωθεί άμεση αύξηση των φορολογικών συντελεστών επί των εισοδημάτων από ακίνητα, οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των τεκμηρίων, των δαπανών, ή ακόμα και οι ευρύτερες δημοσιονομικές προσαρμογές, μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, μέσω της μη αναγνώρισης κάποιων εξόδων που προηγουμένως αφαιρούνταν από το φορολογητέο εισόδημα, ή μέσω της επιβολής νέων τελών και εισφορών που, αν και δεν χαρακτηρίζονται ρητά ως "φόρος ενοικίου", επιβαρύνουν τον ιδιοκτήτη.
Η έμμεση αυτή αύξηση, της τάξης του +5% όπως αναφέρεται, δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο. Αντί να ενθαρρύνει την προσφορά κατοικιών, μπορεί να ωθήσει ακόμη περισσότερους ιδιοκτήτες να κρατήσουν τα ακίνητά τους κλειστά, ή να στραφούν σε εναλλακτικές μορφές εκμετάλλευσης, όπως η βραχυχρόνια μίσθωση, η οποία συχνά αποφέρει μεγαλύτερα έσοδα, αλλά επιδεινώνει την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών για μακροχρόνια ενοικίαση.
Το ζήτημα είναι σύνθετο και απαιτεί μια συνολική προσέγγιση. Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: αφενός την ανάγκη αύξησης των δημοσίων εσόδων και αφετέρου την πίεση για επίλυση του στεγαστικού προβλήματος. Η φορολογική πολιτική στον τομέα των ακινήτων θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά, ώστε να μην οδηγήσει σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα που θα πλήξουν τελικά όχι μόνο τους ιδιοκτήτες, αλλά και τους ενοικιαστές και την ίδια την οικονομία.
Οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα συνέχισαν την ανοδική τους πορεία το πρώτο τρίμηνο του 2025, οξύνoντας το στεγαστικό πρόβλημα στη χώρα. Παράλληλα, καταγράφεται δραματική αύξηση των ενοικίων με ετήσιο ρυθμό άνω του 10%, καθιστώντας την ενοικίαση κατοικίας απαγορευτική για πολλά νοικοκυριά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των τιμών των διαμερισμάτων για το σύνολο της χώρας διαμορφώθηκε στο 6,8% το α' τρίμηνο του 2025.
Ανά παλαιότητα ακινήτου:
Νέα διαμερίσματα (έως 5 ετών): Αύξηση 8,0%.
Παλαιά διαμερίσματα (άνω των 5 ετών): Αύξηση 6,0%.
Ανά γεωγραφική θέση:
Αθήνα: Αύξηση 5,5% (φρενάρει ο ρυθμός).
Θεσσαλονίκη: Αύξηση 10,0% (τρέχει ο ρυθμός).
Άλλες μεγάλες πόλεις: Αύξηση 7,3%.
Λοιπές περιοχές της χώρας: Αύξηση 8,0%.
Για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, οι τιμές των διαμερισμάτων ήταν αυξημένες κατά 6,2% σε σύγκριση με το α' τρίμηνο του 2024.
Για το 2024, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 8,9%, έναντι αύξησης 13,9% το 2023.
Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης για τα νέα διαμερίσματα το 2024 ήταν 10,2% (έναντι 12,9% το 2023), ενώ για τα παλαιά διαμερίσματα ήταν 8,1% το 2024 (έναντι 14,5% το 2023).
Οι αυξήσεις τιμών το 2024, ανά γεωγραφική περιοχή, ήταν: Αθήνα 8,4%, Θεσσαλονίκη 11,4%, άλλες μεγάλες πόλεις 7,4% και λοιπές περιοχές 10,7%.
Η ψηφιακή πλατφόρμα αγγελιών Spitogatos.gr επιβεβαιώνει την ανοδική πορεία, παρουσιάζοντας στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο του 2025:
Η μέση ετήσια αύξηση στις ζητούμενες τιμές πώλησης πανελλαδικά έφτασε το 9,7%.
Οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 7,2%.
Σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, οι τιμές ενοικίασης ενισχύθηκαν κατά 4,2% και οι τιμές πώλησης κατά 2,8%.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το στεγαστικό πρόβλημα με διάφορες παρεμβάσεις, οι οποίες ωστόσο, στην πράξη, αποδεικνύονται αναποτελεσματικές μπροστά στον καλπασμό των τιμών αγοράς και ενοικίασης κατοικιών. Η συνεχιζόμενη αυτή τάση ασκεί αυξημένη οικονομική πίεση στα νοικοκυριά που αναζητούν νέα στέγη.
Το άνοιγμα της πλατφόρμας για τις αιτήσεις του Voucher 750 ευρώ της ΔΥΠΑ παίρνει νέα αναβολή και αναμένεται πλέον να ξεκινήσει την ερχόμενη Τρίτη 15 Ιουλίου. Αρχικά, η έναρξη είχε προγραμματιστεί για τις αρχές της εβδομάδας, και στη συνέχεια για σήμερα Πέμπτη 10 Ιουλίου, ωστόσο χρειάστηκε επιπλέον χρόνος για την ολοκλήρωση των προετοιμασιών, σύμφωνα με πηγές της ΔΥΠΑ.
Το Voucher των 750 ευρώ αφορά 170.000 εργαζόμενους και ανέργους, ενώ για την ερχόμενη εβδομάδα αναβάλλονται και οι αιτήσεις για το εκπαιδευτικό επίδομα – voucher 2.000 ευρώ, το οποίο απευθύνεται σε 30.000 ανέργους.
Κοινή απαραίτητη προϋπόθεση και για τα δύο προγράμματα της ΔΥΠΑ είναι η επιτυχής ολοκλήρωση των ωρών παρακολούθησης, η οποία γίνεται εξ αποστάσεως.
Στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 3533) έχουν αναρτηθεί λεπτομέρειες σχετικά με το πρόγραμμα κατάρτισης:
Η ημερήσια διάρκεια διά ζώσης και σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τέσσερις ώρες.
Η ημερήσια διάρκεια της ασύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις έξι ώρες.
Η καταληκτική ώρα διά ζώσης και σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 6 το απόγευμα.
Δεν επιτρέπεται διά ζώσης και σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση τις Κυριακές και τις επίσημες αργίες.
Επιπλέον περιορισμοί που αναφέρονται στο ΦΕΚ είναι:
Απαγορεύεται η παρακολούθηση ασύγχρονης τηλεκατάρτισης την ίδια ημέρα και ώρα που διενεργείται διά ζώσης ή σύγχρονη τηλεκατάρτιση.
Απαγορεύεται στην ασύγχρονη τηλεκατάρτιση η παρακολούθηση διαφορετικών ενοτήτων την ίδια ημέρα και ώρα.
Μέσω του voucher 750 ευρώ της ΔΥΠΑ παρέχονται:
Προγράμματα θεωρητικής κατάρτισης (μέσω training voucher) διάρκειας 50 – 150 ωρών, που στοχεύουν στην απόκτηση ψηφιακών, «πράσινων» γνώσεων και δεξιοτήτων, καθώς και δεξιοτήτων οικονομικού εγγραμματισμού.
Πιστοποίηση των γνώσεων και δεξιοτήτων (μέσω Certification Voucher) που αποκτώνται στο πλαίσιο των προγραμμάτων κατάρτισης.
Η επίσημη ανακοίνωση για την έναρξη των αιτήσεων θα γίνει στην ιστοσελίδα της ΔΥΠΑ.