Σήμερα είναι γενικώς αποδεκτό, ότι τα 2/3 έως και τα 4/5 των κακοηθών νεοπλασιών του ανθρώπου οφείλονται σε παράγοντες του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με σύγχρονες έρευνες, παράγοντες της διατροφής ευθύνονται για τα 50% των κακοηθών νεοπλασμάτων και για πάνω από το 1/3 των καρκίνων στους άντρες. Ο προσδιορισμός του ρόλου που διαδραματίζουν οι παράγοντες διατροφής στη διαδικασία της καρκινογένεσης είναι δυσχερής.
Είναι φανερό, ότι όσο σαφέστερες είναι οι γνώσεις μας για τη συμβολή των παραγόντων διατροφής, και γενικότερα του περιβάλλοντος, στην ανάπτυξη νεοπλασιών, τόσο αποτελεσματικότερα θα είναι και τα προστατευτικά μέτρα που θα μπορούν να ληφθούν.
Επιγραμματικά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι πιο σημαντικοί διαιτητικοί παράγοντες που είναι γνωστό ότι συμβάλλουν στη δημιουργία κακοηθών νεοπλασιών, στον μαστό, στο ήπαρ και κυρίως στο πεπτικό σύστημα (στομάχι – έντερο – φάρυγγας – οισοφάγος) είναι:
Τα αλκοολούχα ποτά (κυρίως σε συνδυασμό με το κάπνισμα) αυξάνουν τον πρόκλησης καρκίνου του οισοφάγου.
Η κατανάλωση κόκκινου κρέατος και κορεσμένου λίπους ζωικής προέλευσης φαίνεται, ότι αυξάνει τον κίνδυνο κακοήθους νεοπλασίας στο παχύ έντερο και στον προστάτη αντίστοιχα.
Οι ξηροί καρποί ή τα δημητριακά που έχουν μολυνθεί από αφλατοξίνες (ισχυρές καρκινόγονες ενώσεις) εξαιτίας της αποθήκευσής τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η υπερκατανάλωση μαγειρικού άλατος φαίνεται, ότι αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα στην καρκινογένεση του στομάχου.
Βλαπτική δράση έχουν επίσης τα διάφορα πρόσθετα των τροφίμων. Αυτά τα οποία είναι πλούσια σε νιτρικά και νιτρώδη άλατα επιδρούν με αμίνες προερχόμενες από την πέψη του κρέατος στο στομάχι, με αποτέλεσμα το σχηματισμό νιτροζαμινών και άλλων νιτροζοενώσεων.
Ο ραγδαίος ρυθμός σωματικής αύξησης στα πρώτα χρόνια της ζωής, συμπεριλαμβανομένης ενδεχομένως και της ενδομήτριας ζωής, φαίνεται ότι αυξάνει τον κίνδυνο για αρκετές μορφές καρκίνου.
Η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για το μετεμμηνοπαυσιακό καρκίνο του μαστού, καθώς και τους καρκίνους του ενδομητρίου, του νεφρού και της χοληδόχου κύστης.
Τέλος, η φυσική άσκηση μειώνει τον κίνδυνο του καρκίνου του παχέος εντέρου και ενδεχομένως άλλων μορφών καρκίνου.
Αυτοί είναι, σε γενικές γραμμές οι παράγοντες που πρέπει να αποφεύγει κανείς, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό στη διατροφή του. Ευτυχώς, όμως, μέσα στις τροφές μας εμπεριέχονται και “στοιχεία”, τα οποία όταν προσλαμβάνονται συχνά μπορούν να δράσουν προστατευτικά στη δημιουργία νεοπλασιών.
Η ισχυρότερη ένδειξη της προστατευτικής των φρούτων και των λαχανικών κατά του καρκίνου προκύπτει από μελέτες για διαφόρους τύπους νεοπλασιών. Τα ωμά και φρέσκα λαχανικά έδειξαν την πλέον μεγαλύτερη προστασία ενάντια στην εμφάνιση καρκίνου, με 87% των μελετών να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Ενώ περισσότερο από 70% των περιπτώσεων υποδηλώνουν την προστατευτική δράση του κίτρου, των καρότων, του μαρουλιού.
Συγκεκριμένα η βιταμίνη C ή ασκορβικό οξύ είναι υδατοδιαλυτή αντιοξειδωτική ουσία που υπάρχει στον άνθρωπο. Η αντιοξειδωτική της δράση στην αναστολή σχηματισμού νιτροζαμινών.
Η βιταμίνη Ε ή τοκοφερόλη, που αφθονεί στους ξηρούς καρπούς δεσμεύει ελεύθερες ρίζες στις μεμβράνες και στις λιποπρωτεΐνες. Η βιταμίνη Ε αναστέλλει την υπεροξείδωση των λιποειδών με τη συλλογή των υπεροξειδικών ριζών και μπορεί να αναγεννάται με τη βοήθεια της βιταμίνης C συνεχίζοντας έτσι τη δράση της. Όπως και η βιταμίνη C έχει βρεθεί ότι αναστέλλει το σχηματισμό νιτροζαμινών στο στομάχι.
Τα β-καροτένια, που βρίσκονται άφθονα στα καρότα, εκτός του ρόλου τους στο σχηματισμό της βιταμίνης Α δρουν αντιοξειδωτικά και όντας λιποδιαλυτά, προστατεύουν τα λιποειδή των μεμβρανών από οξείδωση.
Το σελήνιο είναι ένα ακόμη φυσικό αντικαρκινογόνο. Αναστέλλει σε σημαντικό βαθμό την επαγωγή καρκίνου του δέρματος από μια σειρά γνωστές καρκινογόνες ουσίες ή ιούς, καθώς και του ήπατος, του παχέος εντέρου και του μαστού στα πειραματόζωα.
Ένας σημαντικός αριθμός ερευνών, που περιλαμβάνει επιδημιολογικές, κλινικές και πειραματικές μελέτες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι καρκίνου στο παχύ έντερο μπορούν να ελαττωθούν σημαντικά με την πρόσληψη τροφών πλούσιων σε φυτικές ίνες. Με τον όρο ίνες εννοούμε τα υπολείμματα των τοιχωμάτων των φυτικών κυττάρων, δηλαδή λιγνίνες, κυτταρίνη και άλλα πολυμερή, που δεν μπορούν να υδρολυθούν από τα ένζυμα του ανθρώπινου πεπτικού συστήματος.
Τέλος, στα φρούτα και στα λαχανικά περιέχονται και άλλες αντιοξειδωτικές ουσίες όπως φαινολικές ενώσεις και διάφορα φλαβονοειδή. Η δράση πάντως των παραπάνω ουσιών δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά.
Πηγή

Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.