Ακολουθήστε μας και στο Facebook

Ο Το www.pierikoslogos.gr χωρίς να εγγυάται και συνεπώς να ευθύνεται, καταβάλλει τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια, ώστε οι πληροφορίες και το σύνολο του περιεχομένου να διέπονται από τη μέγιστη ακρίβεια, σαφήνεια, χρονική εγγύτητα, πληρότητα, ορθότητα και διαθεσιμότητα. Σε καμία περίπτωση, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της αμέλειας, δεν προκύπτει ευθύνη της ιστοσελίδας για οιαδήποτε ζημία τυχόν προκληθεί στον επισκέπτη / χρήστη εξ αφορμής αυτής της χρήσης του δικτυακού μας τόπου.

Ο Κάθε αναγνώστης του pierikoslogos.gr μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του στα σχόλια, όποιες κι αν είναι αυτές. Ωστόσο κάθε σχόλιο πρέπει να εγκριθεί από τους διαχειριστές της σελίδας, οπότε δημοσιεύεται λίγη ώρα μετά την καταχώρησή του. Τα μόνα σχόλια που απαγορεύονται και άρα διαγράφονται είναι όσα περιέχουν υβριστικές ή προσβλητικές εκφράσεις ή φωτογραφίες, αυτά που γράφονται μόνο για να προκαλέσουν αναταραχή ή προσωπική αντιπαράθεση με άλλους χρήστες (flaming), όσα διαφημίζουν εταιρίες, προϊόντα ή ανταγωνιστικές ιστοσελίδες και βέβαια τα κακόβουλα, βλαπτικά και επαναλαμβανόμενα μηνύματα (spam). Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας!

Των Αγίων Ιακώβου του Αλφαίου του Αποστόλου, Ανδρονίκου και Αθανασίας, Ποπλίας της Ομολογητρίας κ.α.



Τον Σταυρόν Ιάκωβος αίρων ηδέως,
Ως έστι Σώτερ άξιός σου δεικνύει.

Αμφ’ ενάτην Ιάκωβος ενί σταυρώ τετάνυστο.

Ούτος ήτον ένας από τους Δώδεκα Αποστόλους, καθώς μαρτυρούσιν οι δύω Ευαγγελισταί, ο Ματθαίος και ο Μάρκος. Εστάθη δε αδελφός μεν Ματθαίου του Ευαγγελιστού, υιός δε του Αλφαίου. Ούτος λοιπόν ο του Κυρίου Απόστολος, ευγαίνωντας εις το κήρυγμα του Ευαγγελίου, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων, υπό του θείου ζήλου πυρπολούμενος. Τας νόσους ιάτρευε, και τα ακάθαρτα εδίωκε πνεύματα. Δια τούτο και τα πλήθη των εθνικών ωνόμαζον αυτόν, σπέρμα θείον. Διαπεράσας λοιπόν πολύ μέρος της οικουμένης, και τον Χριστόν κηρύξας ο εραστής του Χριστού, του οποίου και το πάθος εζήλωσε και τον θάνατον, τελευταίον εκαρφώθη εις τον σταυρόν. Και έτζι εις τον ποθούμενον Χριστόν παραδίδει το πνεύμα του (1).

(1) Εις τον Απόστολον τούτον εγκώμιον έπλεξε Νικήτας ο Ρήτωρ, ου η αρχή· «Χθες και πρώην ο μακαριώτατος των Αποστόλων Θωμάς εδεξιώσατο ημάς φιλοφρόνως». (Σώζεται εν τη ιερά Μονή του Βατοπαιδίου και τη του Διονυσίου και Ιβήρων, και προ τούτων εν τη Μεγίστη Λαύρα.)



*


Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ανδρονίκου, και Αθανασίας της συμβίας αυτού.

Σύσκηνον Ανδρόνικος Αθανασίαν,
Κόσμω τ’ εν ασκήσει τε καν πόλω έχει.


Ούτος ο Όσιος Ανδρόνικος ήτον από την μεγάλην Αντιόχειαν, εν έτει ψμ’ [740]. Αργυροπράτης κατά την τέχνην, ευλαβής πολλά, γεμάτος από αγαθά έργα, και πλούσιος από τα σωματικά αγαθά. Ούτος επήρε με γάμον γυναίκα την Αθανασίαν, ήτις και αυτή ήτον σεμνή και θεοφιλής. Συμφωνήσας δε με αυτήν, εις καλόν και θεάρεστον πράγμα, εμοίρασαν εις τρία τον πλούτον τους. Και το μεν ένα μέρος, έδιδαν αφθονοπαρόχως εις τους πτωχούς. Το δε άλλο, το έδιδαν δάνειον χωρίς διάφορον και μισθόν, εις τους χρείαν έχοντας. Το δε τρίτον μέρος, το οικονόμουν εις το εργαστήριον του αργυροπρατείου, δια να ευγάνουν τα προς το ζην αναγκαία. Εγέννησαν δε και δύω παιδία, ένα αρσενικόν, και ένα θηλυκόν. Αφ’ ου δε ταύτα εγεννήθησαν, ένας εις τον άλλον δεν ήγγισαν. Αλλ’ επέρνων την ζωήν τους και οι δύω με σωφροσύνην και με προσευχάς, και εκαταγίνοντο εις το να ελεούν τους πτωχούς, και να επισκέπτωνται τους ασθενείς.

Ύστερον δε από δώδεκα χρόνους της αυτών συνοικήσεως, όταν τα τέκνα των ήτον εις εκείνην την ηλικίαν, κατά την οποίαν έμελλον να χαροποιούν τους γονείς των, τότε λέγω εις μίαν ημέραν απέθανον εν ταυτώ και τα δύω. Ο μεν ουν μακάριος Ανδρόνικος, δεν έδειξε κανένα άνανδρον κίνημα δια τον θάνατον των παιδίων του. Αλλά μάλλον την αοίδιμον εκείνην φωνήν του Ιώβ εξεφώνησεν· «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι». Η δε σύμβιος αυτού Αθανασία είχε λύπην απαρηγόρητον. Όθεν και αφ’ ου ενταφιάσθησαν τα παιδία εις το Μαρτύριον, ήτοι εις τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού, δεν ηθέλησε πλέον να εύγη από εκεί. Αλλά έλεγεν, εδώ θέλω συναποθάνω και εγώ! Εδώ θέλω ενταφιασθώ και εγώ μαζί με τα τέκνα μου!

Και τον μεν Ανδρόνικον, επήρεν ο Πατριάρχης εις το Πατριαρχείον, δια να τον παρηγορήση. Η δε Αθανασία, δεν υπέφερε να εύγη έξω από τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού. Αλλ’ έμεινεν εκεί θρηνούσα και κλαίουσα γοερώς. Κατά δε το μεσονύκτιον, φαίνεται εις αυτήν, έξυπνον ούσαν, ο Μάρτυς, εις σχήμα Μοναχού, και τη λέγει. Τι έχεις, ω γύναι, και κλαίεις; Διατί δεν αφίνεις τους εδώ ευρισκομένους να ησυχάσουν; Η δε αποκριθείσα, μη βαρυνθής, αυθέντα μου, είπε, κατ’ εμού της δούλης σου. Ότι πολύν πόνον και θλίψιν έχω. Επειδή δύω μόνον τέκνα έχουσα, και τα δύω τα έθαψα σήμερον. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη. Μη κλαίε δι’ αυτά. Διότι λέγω σοι, ω γύναι, ότι καθώς η φύσις του ανθρώπου ζητεί το φαγητόν, και αδύνατον είναι να μη δώση τινάς εις τον εαυτόν του να φάγη, τοιουτοτρόπως και τα παιδία ζητούσι χρεωστικώς από τον Θεόν δια να δώση εις αυτά εν τη ημέρα εκείνη τα μέλλοντα αγαθά του. Δικαιοκρίτα, λέγοντα, Κύριε, αντί των επιγείων αγαθών, οπού μας υστέρησες, μη υστερήσης ημάς και τα επουράνια αγαθά σου. Ταύτα η Αθανασία ακούσασα, εκατανύχθη, και μετέβαλε την λύπην της εις χαράν, λέγουσα. Λοιπόν ζώσι τα τέκνα μου εν Ουρανοίς. Και διατί εγώ να κλαίω; Όθεν στραφείσα εζήτει τον Μοναχόν εκείνον, οπού της είπε ταύτα. Τριγυρίσασα δε τον Ναόν όλον και μη ευρούσα αυτόν, ερώτησε τον πορτάρην λέγουσα. Πού είναι ο Μοναχός εκείνος οπού εμβήκε τώρα εδώ; Απεκρίθη ο πορτάρης. Βλέπεις, πως όλαι αι πόρται είναι σφαλισμέναι, και λέγεις πού είναι ο Μοναχός; Εκατάλαβε δε ο πορτάρης, ότι είδεν οπτασίαν. Η δε Αθανασία φοβηθείσα, εγύρισεν εις τον οίκον της, και εδιηγήθη εις τον άνδρα της εκείνα οπού είδεν. Όθεν εζήτησεν από αυτόν, δια να την βάλη εις Μοναστήριον.

Ο δε Ανδρόνικος δεξάμενος τον λόγον μετά χαράς (διότι και αυτός επόθει τούτο), διεμοίρασε το περισσότερον μέρος της περιουσίας του εις τους πτωχούς, και ελευθέρωσε τους δούλους, οπού είχεν εξαγορασμένους. Τα δε λοιπά υπάρχοντά του, τα άφησεν εις τον πενθερόν του, παραγγείλας εις αυτόν να κάμη νοσοκομεία, και ξενοδοχεία Μοναχών. Πέρνωντας λοιπόν ολίγα έξοδα δια τον δρόμον, ευγήκε την νύκτα έξω από την πόλιν της Αντιοχείας αυτός και η γυνή αυτού, οι δύω μόνοι. Βλέπουσα δε η Αθανασία από μακράν το οσπήτι της, εσήκωσε τα ομμάτιά της εις τον ουρανόν και είπε. Κύριε και Θεέ μου, συ οπού είπας εις τον Αβραάμ και την Σάρραν: «Έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις γην, ην αν σοι δείξω». Συ και τώρα οδήγησον ημάς εις τον φόβον σου. Διότι ιδού ημείς αφήσαμεν δια το όνομά σου ανοικτόν το οσπήτι μας και εφύγομεν, λοιπόν μη κλείσης εις ημάς την θύραν της Βασιλείας σου. Κλαύσαντες δε και οι δύω, ανεχώρησαν από την πατρίδα των.

Φθάσαντες δε εις τα Ιεροσόλυμα, επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους. Και εκεί αντάμωσαν πολλούς Πατέρας Οσίους. Φεύγοντες δε από εκεί, επήγαν και οι δύω εις την Αίγυπτον, ήτοι εις το Μισήρι, προς τον εξάκουστον Αββάν Δανιήλ. Και επειδή εφανέρωσαν εις αυτόν τον σκοπόν τους, και τον επαρεκάλεσαν να τους οδηγήση εις οδόν σωτηρίας, δια τούτο ο Όσιος, την μεν Αθανασίαν απέστειλε εις το γυναικείον Μοναστήριον των Ταβεννησιωτών. Τον δε Ανδρόνικον εκράτησε μαζί του, και τον ένδυσε το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών. Όθεν και έμεινεν εις την υποταγήν του δώδεκα ολοκλήρους χρόνους. Αφ’ ου δε οι δώδεκα χρόνοι επέρασαν, παρεκάλεσεν ο Ανδρόνικος τον Αββάν Δανιήλ, να τω δώση άδειαν να υπάγη πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να προσκυνήση και δεύτερον τους Αγίους Τόπους. Ο δε Αββάς Δανιήλ, ποιήσας ευχήν, απέλυσεν αυτόν. Περιπατών δε ο Όσιος Ανδρόνικος εις τον δρόμον του Μισηρίου, εκάθισεν υποκάτω εις ένα δένδρον, δια να αναψύξη ολίγον από το καύμα. Και ιδού κατ’ οικονομίαν Θεού, ήλθεν εκεί και η γυνή του Αθανασία, ήτις επήγαινε και αυτή εις τα Ιεροσόλυμα με σχήμα ανδρίκειον ωσάν Μοναχός, μετονομασθείς Αθανάσιος. Και αφ’ ου εχαιρέτησεν ένας τον άλλον, η μεν Αθανασία, εγνώρισε τον Ανδρόνικον, ο δε Ανδρόνικος, δεν εγνώρισε την Αθανασίαν. Επειδή και εμαράνθη το κάλλος αυτής από την πολλήν άσκησιν, και εφαίνετο ωσάν αράπης.

Τότε λέγει η Αθανασία προς τον Ανδρόνικον. Πού πηγαίνεις, αυθέντα μου Αββά; Ο Ανδρόνικος απεκρίθη. Εις τους Αγίους Τόπους. Λέγει αυτώ εκείνη. Εκεί θέλω να υπάγω και εγώ. Της λέγει πάλιν εκείνος. Θέλεις να περιπατούμεν και οι δύω ομού; Λέγει η Αθανασία, ναι, καθώς ορίζεις. Πλην έτζι να περιπατήσωμεν εις τον δρόμον με σιωπήν ωσάν να μην είμαι εγώ μαζί σου. Τότε και ο Ανδρόνικος λέγει. Καθώς ορίζεις ας υπάγωμεν σιωπώντες. Πάλιν η Αθανασία τον ερωτά. Δεν είσαι μαθητής του Αββά Δανιήλ; Αποκρίνεται ο Ανδρόνικος, ναι. Λέγει αυτώ εκείνη, δεν ονομάζεσαι Ανδρόνικος; Απεκρίθη αυτή, ναι. Η Αθανασία είπεν. Αι ευχαί του γέροντος άμποτε να μας συνοδεύσουν εις τον δρόμον μας. Λέγει ο Ανδρόνικος. Γένοιτο! Αμήν.

Με τοιούτον τρόπον λοιπόν, επήγαν σιωπώντες και οι δύω εις Ιερουσαλήμ. Και αφ’ ου επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, πάλιν εγύρισαν μαζί σιωπώντες εις την Αλεξάνδρειαν. Τότε η Αθανασία ερώτησε τον Ανδρόνικον. Θέλεις να μείνωμεν μαζί εις ένα κελλίον; Απεκρίθη ο Ανδρόνικος. Ως ορίζεις, ας μένωμεν, πλην θέλω πρώτον να υπάγω εις τον γέροντά μου, και να ζητήσω την άδειαν και την ευχήν του. Εκείνη είπεν. Ύπαγε και σε προσμένω εις τον τόπον, τον καλούμενον Οκτωκαιδέκατον. Και εάν υποφέρης να μένης με εμένα σιωπηλώς, καθώς επεριπατήσαμεν και επήγαμεν εις Ιεροσόλυμα, και από εκεί ήλθομεν πάλιν εδώ, καλώς, ελθέ. Ειδέ δεν υποφέρεις να σιωπάς, μην έλθης. Ο δε Ανδρόνικος πηγαίνωντας εις τον γέροντά του τον Αββάν Δανιήλ, του εφανέρωσε την υπόθεσιν. Ο δε γέρων εγνώρισεν από τους λόγους του Ανδρονίκου, ότι ήτον εις μεγάλην προκοπήν αρετής ο Αθανάσιος. Όθεν τω έδωκε την άδειαν, και είπεν αυτώ. Ύπαγε, αγάπα την σιωπήν, και μείνον με τον αδελφόν. Επειδή αυτός είναι τη αληθεία Μοναχός, καθώς πρέπει να ήναι ο Μοναχός. Τότε επιστρέψας ο Ανδρόνικος, έμεινεν ομού με την Αθανασίαν δώδεκα χρόνους, χωρίς να γνωρίση, ότι αυτή είναι η σύζυγός του.

Πολλαίς φοραίς δε επήγαινεν ο Αββάς Δανιήλ εις επίσκεψιν αυτών. Και συνομιλώντας, εσυμβούλευεν αυτούς περί ωφελείας ψυχής. Μίαν φοράν δε έτυχε και επήγε πάλιν ο Αββάς Δανιήλ και τους αντάμωσε. Και αφ’ ου ελάλησεν ικανώς τα πρέποντα, τους απεχαιρέτισε, και εγύριζεν εις το κελλίον του. Τότε έτρεξεν οπίσω του ο Όσιος Ανδρόνικος, και φθάσας αυτόν του είπεν. Ο Αββάς Αθανάσιος ησθένησε και είναι δια να υπάγη προς Κυριον. Ο δε γέρων εγύρισεν οπίσω, και εύρε τον Αθανάσιον, οπού έπασχεν από θέρμην. Όστις βλέπωντας τον γέροντα, άρχισε να κλαίη. Ο δε γέρωντας του λέγει. Αντί να χαρής, διατί πηγαίνεις να απολαύσης τον Θεόν, εσύ κλαίεις; Ο δε είπε. Δεν κλαίω δια λόγου μου. Αλλά δια τον Αββάν Ανδρόνικον. Όθεν παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην. Και αφ’ ου με θάψης, εξέτασον κοντά εις την κεφαλήν μου, και θέλεις εύρης πινακίδιον γεγραμμένον. Και διάβασαι αυτό, και δος το και εις τον Αββάν Ανδρόνικον.

Εποίησαν λοιπόν ευχήν και οι τρεις, και εκοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια η μακαρία Αθανασία, και ούτως εκοιμήθη εν Κυρίω. Και τότε εύρεν ο Αββάς Δανιήλ το πινακίδιον και το εδιάβασε. Και εκ τούτου εγνώρισεν, ότι ήτον η γυναίκα του Ανδρονίκου, η αοίδιμος Αθανασία. Επληροφορήθησαν δε τούτο, και όταν εκήδευον αυτήν. Ευρέθη γαρ, ουχί ανήρ, αλλά γυνή. Ηκούσθη δε τούτο εις όλην την Λαύραν. Όθεν έστειλεν ο Αββάς Δανιήλ είδησιν εις τους αδελφούς, και εσύντρεξαν όλοι οι Πατέρες οι κατοικούντες εις την εσωτέραν έρημον, και όλαι αι Λαύραι και τα Μοναστήρια της Αλεξανδρείας. Και όλη η πόλις, και όλη η Σκήτη, εσυνάχθησαν εις τον ενταφιασμόν της.

 Οι δε σκητιώται εφορούσαν όλοι άσπρα φορέματα. Ότι τέτοιαν συνήθειαν είχον εις την Σκήτην να ασπροφορούν, όταν ενταφίαζον τους αδελφούς, ως νικητάς των τριών εχθρών, σαρκός και κόσμου και κοσμοκράτορος, ήτοι του Διαβόλου. Ευγάνοντες λοιπόν μετά βαΐων (2) και κλάδων το τίμιον λείψανον της μακαρίας Αθανασίας, το ενταφίασαν μετά πολλής ευλαβείας, δοξάζοντες τον Θεόν, οπού έδωκεν εις την Αγίαν τόσην πολλήν υπομονήν. Έμεινε δε εκεί ο Αββάς Δανιήλ, δια να κάμη τα έβδομα μνημόσυνα της Οσίας. Και μετά ταύτα ηθέλησε να πάρη μαζί του τον Αββάν Ανδρόνικον. Ο δε Ανδρόνικος δεν ηθέλησε, λέγωντας. Εδώ θέλω αποθάνω και εγώ μαζί με την κυρίαν μου Αθανασίαν. 



koinoniaorthodoxias.org



11:48 π.μ.

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

[blogger]

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget