Tης Δέσποινας Λιμνιωτάκη
‘Η μάλλον οι αντιδράσεις που αυτές ξυπνούν στον μέσο Έλληνα, σε σχέση
με τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος και την επίσημη θέση μας στα
μεγαλύτερα προβλήματα που η Ευρώπη αντιμετωπίζει.
Η επιστημονική Θεωρία Διαχείρισης του Τρόμου (TMT Theory) λέει ότι η
σκέψη απειλής ή επερχόμενου θανάτου μας κάνει πιο συντηρητικούς στις
σκέψεις και στις απόψεις μας για τη ζωή. Πιστεύω ότι αυτή η θεωρία
βρίσκει την τέλεια εφαρμογή της στο ελλαδικό στερέωμα, όπου μια ευρεία
γκάμα φοβικών συμπεριφορών γνωστή και ως «ψεκασμένες αντιλήψεις»,
περιφέρεται από είδηση σε είδηση, από συμβάν σε συμβάν δια ζώσης ή μέσα
από το διαδίκτυο καταστρέφοντας κάθε ψήγμα λογικής που έχει απομείνει
στους συμπατριώτες, μολύνοντας κάθε ορθολογική προσπάθεια διαχείρισης
του θέματος της μετακίνησης πληθυσμών.
Για τους περισσότερους Έλληνες η Ευρώπη είναι μια απομακρυσμένη και
απόμακρη πιθανότητα, για την οποία τρέφουν επιφανειακή αγάπη και σχεδόν
κανένα σεβασμό. Μέσα στο μυαλό τους, υπάρχει για να κόβει χρήμα και να
συγχωρεί τις καταχρήσεις, αλλά δεν θέλουν ούτε μπορούν να γίνουν
«Ευρωπαίοι», με την άρνηση του συμπλεγματικού ανθρώπου που αποστρέφεται
οτιδήποτε δεν καταλαβαίνει, για να μη φανεί ότι υστερεί. Και πράγματι,
όλα τα χρόνια της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μας έκαναν
«πολίτες του κόσμου» σε νοοτροπία. Είμαστε περισσότερο από ποτέ όχι
πολίτες της Ελλάδας, αλλά αυτοπεριορισμένοι στις κοινότητές μας,
καχύποπτοι και εξαρτημένοι από παλιές κακές συνήθειες: την ψήφο στο
ρουσφέτι, τη διαπλοκή που βαπτίζεται δημόσια σχέση, τη φιλοδοξία που δεν
ξεπερνά τα σύνορα ενός διορισμού στο δημόσιο και δεν γίνεται ποτέ όραμα
για τη χώρα.
Μπορούμε αυτή τη στιγμή να ταυτιστούμε με κάποιον πολιτισμό;
Επικαλούμαστε το αθάνατο ελληνικό πνεύμα αλλά δεν ξέρω πότε ήταν η
τελευταία φορά που αισθανθήκαμε περήφανοι για κάτι που αφορά στην πορεία
της χώρας. Δεν είναι τυχαίο που ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων πιστεύει
ότι η αξιοπρέπεια είναι κάτι που έρχεται από έξω προς τα μέσα, από
νταηλίκια και διακρατική παρενόχληση και όχι κάτι αυταπόδεικτο της
μεταρρυθμιστικής προσπάθειας εξόδου από την κρίση.
Τα κενά στην καλλιέργεια και στις ιστορικές γνώσεις, σε συνδυασμό με
τη δημοκρατία του διαδικτύου που επέτρεψε στον καθένα να παραστήσει τον
αρχηγό φυλής, γεμίζουν τον μέσο Έλληνα με αντιπάθεια και αποστροφή προς
οτιδήποτε ξένο (για «ξένο», βλέπε ότι δεν μας εμπεριέχει με έναν άμεσο,
ανταποδοτικό-προς-την-τσέπη μας τρόπο) .
Περιέργως, ο πιο διαδεδομένος τρόπος διάχυσης του μίσους γίνεται
σήμερα η θρησκεία, που ανέκαθεν χρησιμοποιούσε το φόβο και τον εγωισμό
ως μέσα προπαγάνδας. Έτσι παρατηρείται το ψυχολογικά αξιοπρόσεκτο
φαινόμενο των ανθρώπων που από τη μία νηστεύουν για τη Σαρακοστή και
σταυροκοπιούνται στο άκουσμα της καμπάνας, αλλά από την άλλη πετούν
γουρουνοκεφαλές σε συνανθρώπους τους και δηλώνουν στα τηλεοπτικά κανάλια
«δεν είναι ότι δεν τους θέλουμε, αλλά φοβόμαστε». Ο φόβος ως άλλοθι
για να κάνεις οτιδήποτε, πιάνει.
Ωστόσο, ο υπερβολικός, σχεδόν υπερβατικός ανθρωπισμός των αλληλέγγυων
από τη μία και η στερεοτυπική απόδοση του προσφυγικού/μεταναστευτικού
ζητήματος που οδηγεί σε ρατσιστικό παραλήρημα, παρουσιάζονται σαν δύο
όψεις του ίδιου νομίσματος: οι έλληνες αλλάζουν θέσεις πανεύκολα
γίνονται «θύματα» και θύτες, φιλάνθρωποι ή διώκτες αλλά ποτέ μα ποτέ
Ευρωπαίοι. Ακόμα και μέσα από το δράμα της Ειδομένης, αυτοί διαδίδουν
το αφήγημα «εμείς και οι άλλοι», το κάνουν τηλεοπτικό ρεπορτάζ: ο λαός
που φροντίζει τους κατατρεγμένους, οι ηγέτες ως υπαίτιοι του κακού. Εδώ
ο ίδιος φόβος δίνει χώρο στο ξαδελφάκι του το θυμό.
Η αυτοοργάνωση των κέντρων φιλοξενίας δεν έρχεται να καλύψει τα κενά
της πολιτείας, ούτε γίνεται κάποια παράλληλη προσπάθεια άσκησης πίεσης
προς την επίσημη πολιτεία να ανασκουμπωθεί και να αναλάβει επιτέλους
ευθύνες. Αντιθέτως, η αυτοοργάνωση προτείνεται ως η απόλυτη λύση. Κατά
κάποιον τρόπο, το κράτος είναι παρόν στην επίμονη καλλιέργεια μιας
αριστερής κουλτούρας που μετατρέπει σιγά σιγά τη χώρα σε στρατόπεδο
εργασίας.
Αυτό γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνο αν λάβεις υπόψη σου ότι οι
Έλληνες δεν μπορούν να φροντίσουν κανένα για μεγάλο χρονικό διάστημα
προτού στραφούν στον καθρέπτη τους και αναρωτηθούν: «ένα λεπτό, τι
κερδίζω εγώ από αυτό;» Και αμέσως μετά, βγάζουν το γνωστό λογύδριο για
την κακιά Ευρώπη.
Για όλα φταίνε οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Και όπως στρώνει
κανείς, κοιμάται (αυτό πάει για τα τρομοκρατικά χτυπήματα). Ο φόβος
έχει πιάσει ταβάνι και δεν υπάρχει καμία ωριμότητα, κανένα σθένος, καμία
σωτηρία για τον Έλληνα που αυτοκαταστρέφεται. Αλλά αν δεν μπορούμε να
γίνουμε Ευρωπαίοι με τους δικούς μας όρους, τότε σκεπτόμαστε σοβαρά να
καταστρέψουμε την πιθανότητα και για όλους τους υπόλοιπους.
Το ‘πε και ο Υπουργός: «θα γεμίσουμε την Ευρώπη τζιχαντιστές…»
Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι ψυχολόγος και συγγραφέας
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.